ΤΟ ΜΩΡΟ ΤΗΣ ΠΡΩΤΑΠΡΙΛΙΑΣ  
 


TZINA

Μου πήρε αρκετό χρόνο να το βρω. Τόσο που άρχισα κάποια στιγμή να σκέφτομαι μήπως όλα ήταν στη φαντασία μου. Όμως όχι, να το, εδώ είναι. Να και η πύλη με τις ακτίνες του ήλιου. Τις χαϊδεύω καθώς κοιτάζω το μεγάλο λευκό κτίριο με την κίτρινη πόρτα. Δε νιώθω τίποτα. Σαν να παίζω κάποιο ρόλο είναι. Το Σάνιμπανκ δεν είναι παρά ένα μεγάλο άσπρο σπίτι. Ίσως τώρα πια να μην είναι καν Ίδρυμα Κοινωνικής Πρόνοιας για Παιδιά.
Μου πήρε αρκετό χρόνο να το βρω. Τόσο, που άρχισα κάποια στιγμή να σκέφτομαι μήπως όλα ήταν στη φαντασία μου. Όμως όχι, να το, εδώ είναι. Να και η πύλη με τις ακτίνες του ήλιου. Τις χαϊδεύω καθώς κοιτάζω το μεγάλο λευκό κτίριο με την κίτρινη πόρτα. Δε νιώθω τίποτα. Σαν να παίζω κάποιο ρόλο είναι. Το Σάνιμπανκ δεν είναι παρά ένα μεγάλο άσπρο σπίτι. Ίσως τώρα πια να μην είναι καν Ίδρυμα Κοινωνικής Πρόνοιας για Παιδιά.
Ποιον προσπαθώ να κοροϊδέψω; Αφού παντού πάνω στο χορτάρι βλέπω σκορπισμένα παιχνίδια και σε όλη τη βεράντα υπάρχουν ποδήλατα και σκέιτμπορντ. Ένα σαραβαλιασμένο μικρό λεωφορείο είναι παρκαρισμένο στο διάδρομο του κήπου. Λες να το οδηγεί ακόμα ο Μπίλι;
Δε θέλω να τον δω, ούτε αυτόν, ούτε τη Λούλου - αν δουλεύουν βέβαια ακόμα εδώ πέρα. Ο μόνος άνθρωπος που θέλω να δω είναι η Τζίνα.
Όταν έφυγα από το Σάνιμπανκ, έκλαιγα συνέχεια. Μας είχαν τσακώσει, την Τζίνα κι εμένα. Ο Μπίλι και η Λούλου μας περίμεναν όταν τρυπώσαμε στα νύχια των ποδιών, ξημερώματα, στο Ίδρυμα ύστερα από διαρρήξεις ολόκληρης νύχτας. Η Κλερ ήταν που μας μαρτύρησε. Δεν μπορέσαμε να πούμε κάποιο πιστευτό ψέμα. Η Τζίνα είχε ένα πάκο CD χωμένα κάτω από το μπουφάν της, και τριακόσιες λίρες κι ένα μαντίλι γεμάτο χρυσαφικά στην τσέπη της.
Εμένα λοιπόν μ' έστειλαν σ' ένα ειδικό σχολείο. Δεν ξέρω γιατί δεν έδιωξαν και την Τζίνα. Ίσως εκείνη να ήταν πολύ μεγάλη ή να θεώρησαν πως τώρα πια δε θα άλλαζε χαρακτήρα. Ενώ το καινούριο σχολείο υποτίθεται ότι θα έδινε σ' εμένα μια ευκαιρία ακόμη.
Δεν ήθελα να πάω αλλά κανείς δε με άκουγε. Αυτό είναι το πιο τρομακτικό πράγμα που σου συμβαίνει όταν σε αναλαμβάνει η κοινωνική πρόνοια: δεν έχεις επιλογές. Απλώς σε πετάνε μια στο ένα μέρος και μια στο άλλο.
Εγώ όμως ένιωθα ότι με έδιωχναν από το Σάνιμπανκ γιατί με είχαν πια βαρεθεί. Εκείνη την τελευταία εβδομάδα, δε μου επιτρέπανε ούτε καν να πλησιάσω την Τζίνα. Φυσικά ούτε λόγος για μεταμεσονύχτιες βόλτες. Μπήκε καινούριο λουκέτο και σύστημα συναγερμού στην είσοδο, στην πίσω πόρτα, ακόμα και στα παράθυρα. Η Λούλου άλλαξε τακτική, και ξυπνούσε πια απ' τα χαράματα, για να βεβαιωθεί ότι όλοι είμαστε στα κρεβάτια μας.
Ένα βράδυ περίμενα μέχρι να τελειώσει το γύρο στα δωμάτια. Τότε γλίστρησα έξω από το δικό μου και πήγα να βρω την Τζίνα. Σκαρφάλωσα στο κρεβάτι της κι εκείνη με αγκάλιασε σφιχτά και με έλεγε «μωρό της». Έκλαψα και νομίζω ότι έκλαψε κι εκείνη, γιατί το μάγουλό της ήταν υγρό όταν με φίλησε. Μείναμε σφιχταγκαλιασμένες όλη νύχτα, μέχρι το πρωί.
Δεν την ξανάδα ποτέ πια. Μου έγραψε μια φορά στο σχολείο, αλλά καθώς δεν της άρεσε και πολύ να γράφει γράμματα, μου ζωγράφισε απλώς μια εικόνα και έγραψε από κάτω το όνομά της, με ένα σωρό φιοριτούρες και στολίδια σε όλη τη σελίδα ως κάτω, και στο τέλος της πολλά φιλιά.
Εγώ της έγραφα κάθε βδομάδα για έναν ολόκληρο χρόνο, αν και ήξερα ότι δε θα μου απαντούσε.
Ίσως να πρέπει να της γράψω μια τελευταία φορά. Μπορεί στο Σάνιμπανκ να έχουν τη διεύθυνσή της. Ανοίγω την πύλη με τους ήλιους και προχωρώ στο δρομάκι. Κοιτάζω καλά καλά την πόρτα και μετά χτυπάω δυο φορές.
Μου ανοίγει μια ξανθιά γυναίκα με φόρμα και μια πετσέτα της κουζίνας γύρω από τη μέση. Τα μαλλιά της είναι χωρισμένα τούφες τούφες και δεμένα με μικρούς φιόγκους. Η Λούλου συνήθιζε να σκαρώνει κι αυτή κάτι ανόητα κοτσιδάκια που πετούσαν προς όλες τις κατευθύνσεις. Τελικά οι άνθρωποι που δουλεύουν με παιδιά μερικές φορές θέλουν και να μοιάζουν με παιδιά.
«Η Λούλου δε δουλεύει πια εδώ;» τη ρωτάω.
Κουνάει το κεφάλι της και κουνιούνται και οι τούφες της μαζί.
«Νομίζω ότι πράγματι δούλευε κάποια Λούλου εδώ πέρα κάποτε, αλλά δεν τη γνώρισα».
«Και ο Μπίλι;»
Οι τούφες χορεύουν πάλι.
«Θέλεις να έρθεις σ' επαφή μαζί τους μήπως;»
«Μπα, όχι. Κάποιο κορίτσι ψάχνω, βασικά, κάποια Τζίνα...»
«Α, την Τζίνα!» με διακόπτει.
«Την ξέρετε;»
«Όλοι ξέρουν την Τζίνα», λέει χαμογελώντας.
«Μα δεν μπορεί να βρίσκεται ακόμα εδώ».
«Όχι, αλλά μας επισκέπτεται πολύ συχνά, και μάλιστα συμμετέχει στο πρόγραμμα των διαλέξεών μας».
«Η Τζίνα κάνει διαλέξεις;»
«Γυρίζει όλα τα Ιδρύματα της νοτιοδυτικής περιοχής και μιλάει στα παιδιά. Είναι καταπληκτική μαζί τους. Βρίσκουν κατανόηση κοντά της γιατί πέρασε κι εκείνη από Ίδρυμα. Κι εσύ;» Κοιτάει με αμφιβολία την περιποιημένη σχολική μου στολή. «Μήπως έζησες κι εσύ κάποτε εδώ πέρα;»
«Για λίγο καιρό, ναι. Ήμαστε φίλες με την Τζίνα... αλλά μάλλον μιλάμε για άλλη Τζίνα».
«Μόνο μία Τζίνα υπάρχει! Εδώ κοντά μένει. Βλέπεις εκείνα τα πολυώροφα κτίρια; Μένει στο τελευταίο πάτωμα του πρώτου συγκροτήματος, στο νούμερο 144. Γιατί δεν πας να τη βρεις; Είμαι σίγουρη πως θα χαρεί να σε ξαναδεί».
Περπατάω προς τα εκεί, αν και είμαι σίγουρη ότι δεν έχει νόημα αυτό που κάνω. Δεν υπάρχει περίπτωση να είναι η δική μου η Τζίνα. Τούτη εδώ η Τζίνα δίνει διαλέξεις. Το μόνο θέμα για το οποίο θα μπορούσε να δώσει διαλέξεις η δική μου Τζίνα είναι οι διαρρήξεις.
Ίσως τελικά να μην είναι καλή ιδέα όλο αυτό. Ούτε ξέρω πώς μπορεί να είναι αυτό το συγκρότημα. Αρκετές περίεργες συναντήσεις είχα ως τώρα, δε μου χρειάζονται άλλες. Κοιτάζω ανήσυχα γύρω μου και πετάγομαι αλαφιασμένη όταν ένα πιτσιρίκι με σκέιτμπορντ κάνει έναν ξαφνικό κρότο πίσω μου. Το αγόρι γελάει κοροϊδευτικά καθώς με προσπερνάει σαν αστραπή και συνεχίζει το δρόμο του.
Προσπαθώ να διώξω το φόβο μου - δεν είμαι δα και κανένα μωρό! Το συγκρότημα δε δείχνει και τόσο απειλητικό, τελικά. Βλέπω στα παράθυρα όμορφες κουρτίνες και γλάστρες με λουλούδια στα πρεβάζια των παραθύρων, ενώ η πόρτα της εισόδου και τα μπαλκόνια είναι βαμμένα σε ζωηρά χρώματα του ουράνιου τόξου. Βέβαια υπάρχουν και πρόστυχες λέξεις γραμμένες στους τοίχους, και καμένοι κάδοι σκουπιδιών απ' έξω. Πατάω το κουμπί του ασανσέρ^ κάνει ώρες να έρθει, και μπαίνω μέσα επιφυλακτικά και με προσοχή για ν' αποφύγω κάτι χυμένα νερά.
Πατάω το κουμπί για το δέκατο τέταρτο πάτωμα, αλλά το ασανσέρ σταματάει κάπου στη μέση και μπαίνουν μέσα δυο τύποι με ξυρισμένα κεφάλια και σκουλαρίκια παντού. Ξεροκαταπίνω και κάνω ένα βήμα πίσω. Ευτυχώς, εκείνοι συμπεριφέρονται σαν να μη βρίσκομαι καν εκεί. Κοιτάζω τα σκουλαρίκια τους και αναρωτιέμαι τι θα έλεγε η Μάριον αν γύριζα σπίτι με τόσα σκουλαρίκια και τρύπες. Ένας από αυτούς με παίρνει είδηση που τους κοιτάζω και μου βγάζει τη γλώσσα, που έχει στην άκρη ένα σκουλαρίκι. Γελάω αβέβαια και πετάγομαι έξω από το ασανσέρ μόλις φτάνουμε στο τελευταίο πάτωμα.
Νιώθω σαν να βρίσκομαι στην κορφή του κόσμου. Το μπαλκόνι έχει απέραντη θέα, βλέπεις ως εκεί που φτάνει το μάτι - κρατιέμαι όμως από το κάγκελο γιατί νιώθω σαν να με τραβάει αυτό το κενό κάτω. Κολλάω στον τοίχο και περπατάω σ' όλο το μπαλκόνι μέχρι που βρίσκω την πόρτα με το νούμερο 144. Χτυπάω το ρόπτρο δειλά, τόσο σιγανά, που μπορεί και να μην ακούστηκε. Σίγουρα δε θα είναι η δική μου Τζίνα, έτσι κι αλλιώς.
Στο άνοιγμα της πόρτας εμφανίζεται μια νέα γυναίκα, ξυπόλητη, που φοράει τζιν και ένα φαρδύ μπλε πουκάμισο. Κρατά στην αγκαλιά της ένα όμορφο κοριτσάκι με μαλλιά σαν σφουγγαρίστρα. Μας κοιτάζει, με το κεφαλάκι της γερμένο στο πλάι.
Δεν είναι η Τζίνα.
«Με συγχωρείτε», ψελλίζω. «Έψαχνα για...»
Λες να είναι στ' αλήθεια η Τζίνα; Είναι ψηλή, είναι μεγαλόσωμη, είναι μαύρη, αλλά είναι τόσο διαφορετική. Τούτη εδώ η Τζίνα είναι ενήλικη, γοητευτική, με καλλιτεχνικό στιλ, έχει υπέροχα μακριά μαλλιά πλεγμένα σε κοτσιδάκια με χάντρες. Έχει ένα διαμαντάκι στη μύτη και στα μπράτσα της κουδουνίζουν βραχιόλια. Δε δείχνει σκληρή και απότομη, αλλά μου χαμογελάει φιλικά. Ξαφνικά, το χαμόγελό της γίνεται πλατύ.
«Έιπριλ!» φωνάζει. «Η μικρή μου Έιπριλ!»
Με αγκαλιάζει σφιχτά, με το μωρό της στριμωγμένο ανάμεσά μας. Μυρίζω και πάλι τη γνώριμη, ζεστή μυρουδιά της, γλυκιά σαν μόσχος.
«Τζίνα, εσύ είσαι στ' αλήθεια!» λέω και ξεσπάω σε ένα χείμαρρο από δάκρυα.


[................................................................................]

 

 


Τελευταία ημερομηνία ενημέρωσης   25/08/09