ΜΙΑ ΒΑΛΙΤΣΑ ΨΑΧΝΕΙ ΓΙΑ ΣΠΙΤΙ  
 


Θα 'δινα...

Αχ και τι δε θα 'δινα
να βρεθώ στο σπίτι μου ξανά
με τη μαμά, τον μπαμπά
και τη Ράντις.

Αυτό είναι ένα χαϊκού. Κάναμε τα χαϊκού στο μάθημα της γλώσσας. Όταν η δασκάλα μάς είπε ότι θα μάθουμε χαϊκού, όλοι κάναμε σαν τρελοί από τη χαρά μας, γιατί νομίζαμε ότι θα είναι κάτι σαν το κουνγκ-φου.
Τα χαϊκού όμως είναι γιαπωνέζικα ποιηματάκια. Η δασκάλα μάς διάβασε μερικά, και ένα απ' αυτά μιλούσε για έναν κήπο στο φεγγαρόφωτο, για μια ιτιά και για άγρια μούρα.
Άρχισα, λοιπόν, να προσέχω τι λέει. Τελικά, αποφάσισα ότι μου αρέσουν πολύ τα χαϊκού.

Στα όνειρά μου
είμαι μικρή σαν το λαγουδάκι μου
και είμαι ασφαλής
μέσα στο σπιτάκι μου.

Να κι άλλο χαϊκού.

Ζω με τη μαμά
ζω με τον μπαμπά
ζω και με τη Ράντις.
Αλλά δε ζούμε όλοι μαζί^ γιατί;

Κι άλλο ένα.


Λίμνη


Ο κήπος στη Λάρκσπουρ Λέιν έχει μια λίμνη! Εντάξει, όχι κανονική λίμνη - είναι μια μικρή στρογγυλή τεχνητή λιμνούλα για χρυσόψαρα, αλλά ό,τι πρέπει για τη Ράντις.
Πηγαίνουμε εκεί σχεδόν κάθε μέρα μετά το σχολείο, αν και δεν έχει πια μούρα, τελειώσανε. Έχουμε αρχίσει να εξερευνούμε τον κήπο κανονικά. Μια φορά, νομίσαμε ότι είδαμε ένα πρόσωπο στο παράθυρο και το βάλαμε στα πόδια σαν τρελές. Δεν ξαναπήγαμε εκεί για μέρες, και περνούσαμε από μπροστά με πολύ γρήγορο βήμα^ ούτε καν κοιτάζαμε μέσα, αλλά μας έλειπε πολύ εκείνος ο κήπος.
Η Ράντις πήδηξε μόνη της μια μέρα το φράχτη κι έτσι αναγκάστηκα να μπω κι εγώ για να την πιάσω. Εγώ ήθελα να μείνουμε δίπλα στη μουριά, μα η Ράντις βρήκε ένα περίεργο μονοπάτι και το ακολούθησε μέχρι τη γωνία, όπου έστριβε πίσω από ένα φράχτη από θάμνους. Εκεί βρήκαμε τρία χορταριασμένα σκαλιά που κατέβαιναν σ' έναν άλλο κήπο. Το χορτάρι ήταν κι εκεί ψηλό και πλούσιο, πιο ψηλό από τ' αυτιά της Ράντις, και όταν ξάπλωσα κάτω, στο δικό της ύψος, δεν μπορούσα να δω τη λίμνη μέχρι που φτάσαμε ακριβώς στο χείλος της.
Δε θυμάμαι να έχω ξαναδεί τη Ράντις τόσο ενθουσιασμένη. Λατρεύει τις βουτιές που κάνει στο μπάνιο στο σπίτι της μαμάς (στο σπίτι του μπαμπά, η πόρτα του μπάνιου δεν κλειδώνει, άσε που υπάρχει ολόκληρη χαραμάδα κάτω από την μπανιέρα κι εκεί μέσα ζούνε αράχνες - της Ράντις λοιπόν δεν της αρέσει να παίζουμε εκεί μέσα), αλλά αυτή η λίμνη ήταν αληθινός παράδεισος σε σύγκριση με το μπάνιο.
Ήθελε να μπει να τσαλαβουτήσει αμέσως, εγώ όμως την κράτησα στην άκρη γιατί φοβόμουνα μήπως είναι πολύ βαθιά. Τρομάξαμε πολύ κι οι δυο όταν μια πορτοκαλιά φάλαινα βγήκε στην επιφάνεια και τσίμπησε την πατούσα της Ράντις. Την άρπαξα για να τη βγάλω από τη λίμνη - στο σχολείο είχαμε πει την ιστορία του Ιωνά με τη φάλαινα και δεν είχα καμία όρεξη να ξεκοιλιάζω χρυσόψαρα για να ξαναβρώ τη Ράντις. Εκείνη, ωστόσο, δε φάνηκε να δίνει σημασία στα ψάρια που την περιτριγύριζαν. Κοίταξα προσεκτικά τα στόματά τους. Ανοιγόκλειναν σαν να έστελναν φιλάκια. Πουθενά δεν έβλεπα δόντια. Και πάλι, όμως, ίσως να μπορούσαν να ρουφήξουν τη Ράντις και να την καταπιούν ολόκληρη.
Αποφάσισα λοιπόν πως η Ράντις θα πήγαινε βαρκάδα. Βρήκα ένα σωρό μεγάλα φύλλα αλλά μόλις την έβαζα πάνω, τα φύλλα βυθίζονταν. Σκέφτηκα τότε να μαζέψω κλαράκια, μα χρειαζόμουν κάτι να τα δέσω όλα μαζί. Την άλλη μέρα πήρα λίγο σελοτέιπ από το συρτάρι της κουζίνας της μαμάς και κόλλησα τα φύλλα όλα μαζί. Έφτιαξα έτσι μια όμορφη σχεδία αλλά η Ράντις δεν αισθανόταν και πολύ άνετα εκεί πάνω. Η κατασκευή μου δε φαινόταν και πολύ σταθερή. Φοβήθηκα ότι το ρεύμα θα την πήγαινε κατά λάθος στη μέση της λίμνης και θα την αναποδογύριζε - τότε η Ράντις μου θα χανόταν στα βάθη.
Xρειαζόταν μια κανονική βάρκα, όχι σχεδία. Έτσι λοιπόν την άλλη μέρα, μετά το τσάι, ανέβηκα στο δωμάτιο του Γκράχαμ.
«Γεια χαρά, Γκράχαμ», του είπα χαμογελώντας.
Αυτός με κοίταξε με έκπληξη πίσω από τα γυαλιά του. Από τότε που η μαμά μου ήρθε να μείνει στο σπίτι τους, είχαμε μιλήσει ελάχιστα. Γιατί ο Γκράχαμ όλη την ώρα πάει και κρύβεται στο δωμάτιό του παρέα με τον υπολογιστή του. Είναι έξυπνος και παίρνει μπόλικη δουλειά από το σχολείο για το σπίτι. Ο μπαμπουίνος τον φωνάζει «το παιδί-θαύμα». Kαθόλου δε μ' αρέσει όμως ο τρόπος που το λέει. Σαν να μην έχει και πολύ καλή γνώμη για τον Γκράχαμ. Είναι ξετρελαμένος με την Κέιτι και αγαπάει και την Πόλα, αν και της βάζει τις φωνές επειδή βάφεται έντονα και γυρίζει αργά στο σπίτι. Για τον Γκράχαμ, όμως, όλο κάτι τέτοια αστεία κάνει. Ο Γκράχαμ δε λέει τίποτα. Έτσι κι αλλιώς, ποτέ δε λέει τίποτα.
«Δε μου λες, Γκράχαμ, μήπως έχεις καμιά βαρκούλα-παιχνίδι; Ξέρω ότι είσαι μεγάλος για παιχνίδια, αλλά λέω, μήπως είχες ποτέ σου καμιά βαρκούλα;»
Ο Γκράχαμ κούνησε το κεφάλι του. «Κάποτε είχα φτιάξει μία μόνος μου από ένα μεταχειρισμένο παιχνίδι συναρμολογούμενων», είπε.
«Αλήθεια; Και έπλεε κανονικά;»
«Όχι, είναι μεταλλική, δεν επιπλέει».
«Ε, τότε τι σόι βάρκα είναι;» είπα απογοητευμένη. «Γκράχαμ, τι μπορεί και επιπλέει; Δοκίμασα το ξύλο, αλλά τζίφος».
«Ο φελλός».
«Φελλός; Τι είναι αυτό; Α, ξέρω, αυτό που έχουν τα μπουκάλια για βούλωμα. Όχι, θέλω κάτι πιο μεγάλο. Τι άλλο επιπλέει;»
«Το λάστιχο».
Κούνησα το κεφάλι μου, καθώς σκέφτηκα τη γόμα μου μέσα στην κασετίνα μου.
«Πολύ μικρό, δε μου κάνει. Έλα Γκράχαμ, τι άλλο, πες μου».
«Το πλαστικό».
Το σκέφτηκα. Πήγα στο καθιστικό. Πήρα μία από τις κασέτες του μπαμπουίνου, προσέχοντας να μη με δει κανείς. Την έβαλα στο νερό, στο μπάνιο^ επέπλεε. Όταν όμως πήγα να βάλω τη Ράντις πάνω, βυθίστηκαν και οι δύο αμέσως. Ήθελε κάτι πιο μεγάλο. Μια βιντεοκασέτα. Ή μάλλον... τη θήκη της. Αχά.
Την άλλη μέρα, μετά το σχολείο, η Ράντις πήγε βαρκάδα απ' άκρη σ' άκρη στη λίμνη, πάνω σ' ένα ωραίο σκάφος που το λέγαν Βίντεο. Το πανί ήταν σηκωμένο και η Ράντις μου στεκόταν καμαρωτή στο κατάστρωμα, με τα μαύρα της ματάκια να λάμπουν.

 

 


Τελευταία ημερομηνία ενημέρωσης   25/08/09